Ε.Φ.Α.Ε.
 

Αυτό είναι το forum μας. Μπορείτε να δημιουργήσετε θέματα και να συμμετέχετε στις συζητήσεις τους.

Προσθήκη στα αγαπημένα εμείς Στείλτε ένα e-mail
Ενδιαφέρουσες ιστοσελίδες
Επισκέπτες
Ημερολόγιο
<
Ιούνιος 2012
>
ΔΤΤΠΠΣΚ
    123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930
Εγγραφή
E-mail: 
Ψηφοφορία
Πόσο πιστεύετε ότι στοίχισε στους Έλληνες, ο διαχωρισμός σε "δεξιούς"," αριστερούς" κτλ;

Αποτελέσματα ψηφοφορίας
Τελευταία σχόλια
ηταν&nbs...
568 μέρες πριν 11.11.2010 15:02:28
ΘΑ Η&Thet...
738 μέρες πριν 25.05.2010 12:07:29
Στον...
760 μέρες πριν 03.05.2010 12:53:15
Αφαίρ...
827 μέρες πριν 25.02.2010 16:16:00
thanksssssss
837 μέρες πριν 14.02.2010 19:06:13
Οι περισσότεροι σχολίασαν εγγραφές
Επιστροφή στην αρχικήΕ.Φ.Α.Ε. / Δημόσιες συζητήσεις (Forum) / Γενικά / Συμφωνείτε ότι ο πολιτισμός και το μέλλον ενός ορθόδοξου λαού, ενδυναμώνετε μέσω της εκκλησιάς και της πατριωτικής ηγεσίας αυτής; (π.χ. Αρχιεπίσκοπο Ελλάδος Χριστόδουλος και Κύπρου Χρυσόστομο )

Συμφωνείτε ότι ο πολιτισμός και το μέλλον ενός ορθόδοξου λαού, ενδυναμώνετε μέσω της εκκλησιάς και της πατριωτικής ηγεσίας αυτής; (π.χ. Αρχιεπίσκοπο Ελλάδος Χριστόδουλος και Κύπρου Χρυσόστομο )

Δημιουργία θέματοςΔημιουργία θέματος | Για την λίστα

Δημοσιεύτηκε απόΚείμενο

Ορμήδεια
Συμφωνείτε ότι ο πολιτισμός και το μέλλον ενός ορθόδοξου λαού, ενδυναμώνετε μέσω της εκκλησιάς και της πατριωτικής ηγεσίας αυτής; (π.χ. Αρχιεπίσκοπο Ελλάδος Χριστόδουλος και Κύπρου Χρυσόστομο )
1678 μέρες πριν 28.10.2007 15:08:57 Παράθεση('1066678','88','6','600')">Έκθεση spam

Τοποθετηθείτε!



Σχόλια: 2 Εμφανίσεις: 10433

Γεωργίου.
Ιστορικά απαδεδειγμένο!
1677 μέρες πριν 29.10.2007 16:05:21 Παράθεση('1066678','88','6','603')">Έκθεση spam

Οι αγώνες του Ελληνικού Έθνος,είχαν πάντα την έμπρακτη συμβολή της Εκκλησίας! ( 1821, 1940, 1955-59 κ.α.)Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός και πλήθος κληρικών, θυσιαστηκάν πρώτοι το 1821, για την ελευθερία της Πατρίδας τους και του ποιμνίου τους. Αν και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος είχε την ευκαιρία να διαφύγει!


Ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός

Η ΣΟΒΑΡΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 1804 ΕΔΩΣΕ την ευκαιρία σε ένα σχετικά νέο ιερωμένο (ήταν τότε 48 χρόνων) να επιδείξει τις σημαντικές διπλωματικές και ηγετικές ικανότητές του. Επρόκειτο για τον τότε οικονόμο της Αρχιεπισκοπής Κυπριανόν, αρχιεπίσκοπο Κύπρου αργότερα, από τον Ιούνιο 1810 μέχρι τον τραγικό του θάνατο στις 9 Ιουλίου 1821. Ο Κυπριανός παρέμεινε στην ιστορία ως ένας από τους γνωστότερους αρχιεπισκόπους της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου εξαιτίας του μαρτυρικού δι’ απαγχονισμού θανάτου του στη Λευκωσία το 1821. Είναι επίσης γνωστός από την ανάμιξή του στην προπαρασκευή της Ελληνικής επανάστασης του 1821, ως μέλους της Φιλικής Εταιρείας, όπως και για την ίδρυση του Παγκυπρίου Γυμνασίου, του ιστορικότερου και λαμπρότερου των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Κύπρου. Ωστόσο υπάρχουν και κάποιες μελανές στιγμές στο βίο του αρχιεπισκόπου Κυπριανού, που φέρει τον τίτλο του εθνομάρτυρα, οι οποίες σχετίζονται με ενέργειές του για εξορία του προκατόχου του, γηραιού αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και τον τρόπο αναρρίχησής του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, αλλά και με τη δράση του ως αρχιεπισκόπου.


[Το Παγκύπριο Γυμνάσιο]

Ο Κυπριανός γεννήθηκε το 1756 στο χωριό Στρόβολος, όχι μακριά από τη Λευκωσία, σύμφωνα προς τις περισσότερες πηγές, τούτο όμως δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο. Ο πατέρας του Γεώργιος καταγόταν από το Στρόβολο, η δε μητέρα του Μαρία, ή Μαριού καταγόταν από το χωριό Καμπιά στο οποίο είχε γίνει και ο γάμος τους. Υπάρχει, έτσι, η πιθανότητα ότι ο Κυπριανός είχε γεννηθεί στα Καμπιά. Στα Καμπιά ο πατέρας του είχε κτηματική περιουσία. Σε νεανική ηλικία εισήλθε ως δόκιμος στο ευρισκόμενο όχι πολύ μακρυά από τα Καμπιά μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά (απ’ όπου πήρε και το επώνυμο Μαχαιριώτης) στο οποίο υπηρετούσε κι ένας θείος του (από την πλευρά της μητέρας του), ο ιερομόναχος Χαράλαμπος. Στο μοναστήρι του Μαχαιρά, όπου λειτουργούσε και σχολή, διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα, το δε 1768 είχε ως δάσκαλό του κι ένα μαθητή του Ευγενίου Βούλγαρη.

Το 1769 μετακόμισε από το μοναστήρι του Μαχαιρά στο μετόχι του μοναστηριού στο Στρόβολο, για να βοηθεί στις εκεί εργασίες των μοναχών. Ταυτόχρονα κατέβαινε στη Λευκωσία, όπου για τρία χρόνια φοίτησε στο Ελληνομουσείον της Αρχιεπισκοπής.

Σε ηλικία 25 χρόνων (κατ’ άλλους 27) χειροτονήθηκε διάκονος. Κατά τις αρχές του 1783 εστάλη από τον ηγούμενο Μαχαιρά Ιωαννίκιον στη Μολδοβλαχία, μαζί με έναν άλλο ιερωμένο, τον αρχιμανδρίτη και οικονόμο του μοναστηριού Χαράλαμπον, με σκοπό τη διενέργεια εράνων υπέρ ενισχύσεως του μοναστηριού τους. Η αποστολή μοναχών στο εξωτερικό για εράνους υπέρ κυπριακών μοναστηριών, που βρίσκονταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, ήταν σύνηθες φαινόμενο κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής, οπότε οι αυθαιρεσίες, οι διώξεις, η απληστία, η βαρύτατη φορολογία και άλλες καταστάσεις συχνά οδηγούσαν τα μοναστήρια στα πρόθυρα χρεωκοπίας. Η αποστολή των Χαραλάμπου και Κυπριανού στη Μολδοβλαχία, καθώς και η αποστολή άλλων αδελφών ταξιδιωτών εις πολλάς επαρχίας του Οθωμανικού Κράτους, πιθανώτατα σχετίζεται με οικονομικές δυσκολίες του μοναστηριού που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της τυραννικής διοίκησης της Κύπρου από τον περιβόητο Χατζημπακκή αγά (1775-1783).

Από τη Μολδοβλαχία ο αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος επέστρεψε στο μοναστήρι του ύστερα από 2 χρόνια. Ο Κυπριανός παρέμεινε εκεί, όπου με υπόδειξη του ηγεμόνα της Βλαχίας Μιχαήλ Σούτσου χειροτονήθηκε ιερομόναχος το 1785 και διορίστηκε εφημέριος στην ηγεμονική εκκλησία του Ιασίου. Επωφελούμενος της παραμονής του στο Ιάσιον (Ρουμανία), φοίτησε σε εκεί ελληνική σχολή παρακολουθώντας ανώτερα μαθήματα. Ο αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος εστάλη και πάλι στη Μολδοβλαχία το 1794, μαζί με κάποιον παπά Γρηγόριον, επέστρεψαν δε στην Κύπρο το 1802 μαζί με τον Κυπριανόν. Ο τελευταίος επέστρεψε στο μοναστήρι του ύστερα από διαμονή στη Μολδοβλαχία 19 χρόνων, κομίζοντας μαζί του αρκετά αφιερώματα καθώς και τρεις προσωπογραφίες μια του ιδίου, μια του θείου του Χαράλαμπου και μια του προστάτη του Μιχαήλ Σούτσου. Οι δυο τελευταίες δε σώζονται, πιθανώτατα δε καταστράφηκαν κατά την πυρκαγιά στο μοναστήρι του Μαχαιρά το 1892. Σώζεται η προσωπογραφία του ιδίου του Κυπριανού, διαστάσεων 78Χ64 εκ., στην οποία εικονίζεται βαθυστόχαστος και με ισχυρή θέληση, κρατώντας μελανοδοχείο στο αριστερό χέρι που ακουμπά σε κλειστό βιβλίο, ενώ με το δεξί γράφει σε ένα φύλλο: Γνώρισόν μοι Κύριε τό πέρας μου και τον αριθμόν τών ημερών μου τίς έστιν, ίνα γνώ τί ύστερώ εγώ.


Αφού, μετά την επιστροφή του στην Κύπρο, ο Κυπριανός παρέμεινε για σύντομο μόνο διάστημα στο μοναστήρι του Μαχαιρά, επανήλθε στη συνέχεια στο Στρόβολο στο εκεί μετόχι του μοναστηριού του, του οποίου ανέλαβε τη διεύθυνση. Στο Στρόβολο όπου φαίνεται διέμεναν και αρκετοί συγγενείς του από την πλευρά του πατέρα του, ο Κυπριανός απέκτησε σύντομα καλή φήμη, ιδίως ύστερα από ενέργειές του υπέρ της κοινότητας, όπως η εξασφάλιση και μεταφορά σ’ αυτήν άφθονου νερού.

Ικανός αλλά και μορφωμένος, αποφασιστικός και δυναμικός, προικισμένος με γνώσεις και διπλωματικότητα, ο Κυπριανός διαμένοντας στο Στρόβολο, είχε αμεσώτερη επαφή με την πρωτεύουσα Λευκωσία και την ίδια την Αρχιεπισκοπή, στην οποία λίγο αργότερα προσελήφθη ως οικονόμος. Από τη θέση αυτήν, κοντά στον τότε αρχιεπίσκοπο Χρύσανθον και το δραγομάνο Χατζηγεωργάκη Κορνέσιον, ο Κυπριανός σύντομα απέδειξε τις ικανότητές του, ιδίως τη διπλωματικότητά του που φαίνεται ότι είχε ασκήσει στη Μολδοβλαχία. 'Ηταν στην ουσία, αυτός που χειρίστηκε την ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση κατά και μετά την εξέγερση του 1804.

Ο Κυπριανός όχι μόνο χειρίστηκε με επιτυχία την εκρηκτική κατάσταση το Μάρτιο 1804, αποτρέποντας τους εξεγερθέντες Οθωμανούς από του να λεηλατήσουν την Αρχιεπισκοπή και να προβούν σε διάφορες άλλες βιαιότητες εναντίον των Χριστιανών κατοίκων της Λευκωσίας, αλλά αναμίχθηκε ενεργά και στα όσα επακολούθησαν, μέχρι την τελική καταστολή της εξέγερσης. Αναμίχθηκε, εκ μέρους του γηραιού αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, στις διαπραγματεύσεις για παράδοση των εξεγερθέντων, αλλ’ επίσης χειρίστηκε το όλο ζήτημα των δαπανών του τουρκικού στρατεύματος το οποίο είχε σταλεί στην Κύπρο για καταστολή του κινήματος. Είδαμε ότι τα χρέη της Αρχιεπισκοπής ανήλθαν τότε περίπου σε 2. 000. 000 γρόσια, το δε όλο πρόβλημα της αποπληρωμής τους, με επιβολή ειδικής (έκτακτης) βαρειάς φορολογίας επί των ραγιάδων, ανέλαβε να χειριστεί ο Κυπριανός. Μαζεύτηκαν πολλά χρήματα αλλά τα χρέη δεν εξοφλήθηκαν, αντίθετα αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο, και είναι άγνωστο πώς χρησιμοποιήθηκαν, και πού, από τον Κυπριανόν. Πιθανώτατα ένα μέρος των χρημάτων αυτών χρησιμοποιήθηκε υπέρ των πολιτικών φίλων του ιδίου του Κυπριανού, προς προώθηση των φιλοδοξιών του, που δυστυχώς εστρέφοντο κατά του υπεργήρου ήδη και ασθενούς σεβασμίου αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου. Μάλιστα εικάζεται ότι μεγάλα ποσά είχαν πληρωθεί στους Τούρκους, προκειμένου να εξαγορασθεί το διάταγμα εξορίας του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, ώστε ο θρόνος του να παραμείνει κενός για τον Κυπριανόν!

Ο Κυπριανός θα πρέπει να ήταν εκείνος που, εκ μέρους του αρχιεπισκόπου, χειρίστηκε και σοβαρά ζητήματα που προέκυψαν μετά την καταστροφή του κινήματος το 1804, και που ουσιαστικά απετέλεσαν προέκτασή του. Διότι τα γεγονότα εκείνα, ιδίως η σφαγή Οθωμανών, δημιούργησαν μια ένταση στις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου, η οποία συνεχίστηκε μέχρι και το 1821 οπότε συνέβησαν οι εκτεταμένες σφαγές Ελλήνων στο νησί, οι λεηλασίες και άλλες βιαιότητες. Μια περίπτωση, που μας είναι γνωστή από τις πηγές, ήταν εκείνη του Αλτιπαρμάκκη, μισθοφόρου ο οποίος είχε χρησιμοποιηθεί από τις αρχές, τόσο τις οθωμανικές (κυβερνήτης) όσο και τις ελληνικές (Αρχιεπισκοπή) για καταστολή του κινήματος του 1804. 'Οπως μαρτυρείται από τα κατάστιχα της Αρχιεπισκοπής, ο Αλτιπαρμάκκης είχε πληρωθεί από την Εκκλησία, προφανώς δε ήταν ένας από αρκετούς που είχαν επιστρατευθεί για να αντιμετωπίσουν τους κινηματίες τότε. Αναφέρεται (Κυπριακά Χρονικά, Η', 1931, σ. 83) ότι ο Αλτιπαρμάκκης καταγόταν από το χωριό Σίντα της Μεσαορίας (επαρχία Αμμοχώστου). Φαίνεται ότι μετά την καταστολή του κινήματος του 1804 ακολούθησε το στράτευμα που έφυγε από την Κύπρο, διότι το 1806 απαντάται ως χιλίαρχος (binbashi) στην Ταρσό της Κιλικίας.

Ο Αλτιπαρμάκκης πιθανώτατα μετανόησε για τη συμμετοχή του στην καταστολή του κινήματος του 1804, ή ενθαρρύνθηκε από άλλους που ήθελαν να εκδικηθούν τους 'Ελληνες της Κύπρου οι οποίοι θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για το θάνατο αρκετών Τούρκων, έστω κι αν αυτοί σκοτώθηκαν από το οθωμανικό στράτευμα και από μισθοφόρους όπως ο ίδιος ο Αλτιπαρμάκκης. Η Εκκλησία, πάντως, είχε πληρώσει για την αντιμετώπιση των κινηματιών, γι’ αυτό και το Μάιο 1806 ο Αλτιπαρμάκκης επέστρεψε στην Κύπρο για να εκδικηθεί. Επί κεφαλής 70 φελλάδων αποβιβάστηκε στην Καρπασία κι εκεί ενώθηκε με άλλους Κυπρίους ζορμπάδες, φανατικούς κατά των Ελλήνων και ιδίως των ιεραρχών, που τώρα επεδίωξε να σκοτώσει. Ακόμη περισσότερο ο Αλτιπαρμάκκης ήθελε τώρα να γίνει κύριος της Κύπρου (!) με πρόφαση την προστασία των Τούρκων του νησιού από την απειλή των Ελλήνων, μάλιστα ο τότε κυβερνήτης της Κύπρου, ο Ελ Χατζή Χουσεΐν εφέντης (Ιούλιος 1805 - Ιούλιος 1807) είχε σταλεί στην Κύπρο με ενέργειες αυτού τούτου του Χατζηγεωργάκη Κορνεσίου στην Κωνσταντινούπολη, συνεπώς ήταν άνθρωπος της δικής του εκλογής και εμπιστοσύνης, ή και φίλος του ακόμη. 'Ετσι, η απειλή του Αλτιπαρμάκκη αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά, το σώμα των ανθρώπων του διαλύθηκε κι ο ίδιος συνελήφθη και εκτελέστηκε με ιδιαίτερα άγριο και οδυνηρό τρόπο: εγδάρη ζωντανός. Πράγμα, βέβαια που δε συνέβαλε στην εξάλειψη του μίσους των Τούρκων προς τους 'Ελληνες, αλλά αντίθετα το μεγάλωσε.

Τα πάθη υφίσταντο και εξακολουθούσαν να είναι έντονα, γι' αυτό και ο Κορνέσιος δεν επέστρεψε στο νησί παρά μόνο το 1808 για να φύγει πάλι ξανά κυνηγημένος. Η οικογένειά του είχε παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη, μετά δε την εκτέλεση του Κορνεσίου, την 31η Μαρτίου 1809, η οικογένειά του υπέστη διώξεις και μεγάλες ταλαιπωρίες. Η Υψηλή Πύλη έστειλε στην Κύπρο υπαλλήλους για καταγραφή της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, που είχε δημευθεί. Τελικά η περιουσία του χαρίσθηκε στην οικογένειά του, με σουλτανική διαταγή, η δε Υψηλή Πύλη αρκέσθηκε στο να απαιτήσει πληρωμή 350 πουγγίων (175. 000 γρόσια) από τους κληρονόμους του, πληρωτέα σε τρεις δόσεις.


Είναι γνωστό ότι η πρώτη δόση πληρώθηκε αμέσως, αλλά είναι άγνωστο εάν και πώς εξοφλήθηκαν οι άλλες δυο. 'Ισως μέρος της περιουσίας του κατασχέθηκε ξανά και εκποιήθηκε γι' αυτό το λόγο, την αποπληρωμή των υπολοίπων δόσεων, εάν κρίνουμε από το γεγονός ότι αργότερα το αρχοντικό του Κορνεσίου στη Λευκωσία βρισκόταν στην κατοχή κάποιας Τουρκάλλας της Χατιζέ χανούμ Μαγνήσαλη, η οποία το είχε αγοράσει στην τιμή των 13. 000 γροσίων. Μόνο το 1830 ή λίγο υστερώτερα επέστρεψε στην Κύπρο ένα από τα παιδιά του Χατζηγεωργάκη Κορνεσίου, ο Γιάγκος (ή Τσελεπή Γιάγκος), μαζί με άλλα μέλη της οικογένειας, ο δε Τσελεπή Γιάγκος απέκτησε το αρχοντικό, αγοράζοντάς το κι αυτός στην ίδια τιμή, δηλαδή 13. 000 γρόσια.

Στο αξίωμα του δραγομάνου τον Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο, διαδέχθηκε ένας 'Ελληνας από το Φανάρι, ο Λάμπρος. Εστάλη στην Κύπρο από την Κωνσταντινούπολη, διορισμένος από την Υψηλή Πύλη και όχι, όπως μέχρι τότε, κατόπιν υποδείξεως του αρχιεπισκόπου Κύπρου. Η ενέργεια αυτή, του διορισμού δραγομάνου όχι Κυπρίου και απ’ ευθείας από την Υψηλή Πύλη με δική της εκλογή, προφανώς στόχευε στο να μειώσει τη δύναμη της εκκλησίας της Κύπρου που, επί αρχιεπισκοπείας Χρυσάνθου ιδίως, είχε αυξηθεί σημαντικά. Η προσπάθεια, εξάλλου, του σουλτάνου Σελίμ Γ' να αναμορφώσει την Οθωμανική αυτοκρατορία, με βάση τα ευρωπαϊκά μάλιστα πρότυπα, είχε και κάποιες έμμεσες επιπτώσεις και επί της Κύπρου(και δε φαίνεται να ήταν τυχαίο το ότι επί βασιλείας του Σελίμ Γ' (1789-1808) είχαν σημειωθεί τα επανειλημμένα κινήματα που εστρέφοντο κατά της ηγεσίας των Ελλήνων της Κύπρου, προφανώς αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας των εγχωρίων Τούρκων για την ισχύ και την όλο και περισσότερο αυξανόμενη επιρροή της Εκκλησίας. Δηλαδή το κίνημα του 1799 που αντιμετωπίστηκε από τον sir Sidney Smith, το κίνημα του 1804 που κατεστάλη το 1805, καθώς και οι αντιδράσεις όπως εκείνη του Αλτιπαρμάκκη το 1806. Ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος ήταν το κυριότερο θύμα αυτής της δυσαρέσκειας των εγχωρίων Τούρκων, που είχε εξελιχθεί σε αντιπαράθεσή τους προς τους ηγέτες των Ελλήνων. Ο γηραιός αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος είχε κατορθώσει να επιβιώσει, για να δεχθεί όμως δυστυχώς το τελειωτικό πλήγμα από το φιλόδοξο διάδοχό του, τον εθνομάρτυρα Κυπριανόν.


Κατά τα τελευταία χρόνια της αρχιεπισκοπείας του ο γηραιός αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος υπέφερε από ρευματισμούς εξαιτίας των οποίων μόλις μπορούσε να κινηθεί. Τη διοίκηση της Αρχιεπισκοπής στην ουσία είχε ο Κυπριανός που στα χρόνια κατά τα οποία υπηρέτησε ως οικονόμος απέκτησε αρκετούς πολιτικούς φίλους και υποστηρικτές. Ο Ισπανός περιηγητής Αλή Μπεη, που επεσκέφθη την Κύπρο το 1806, είχε συναντήσει τον άρρωστο Χρύσανθο στην Αρχιεπισκοπή. Γράφει ότι ο αρχιεπίσκοπος ήταν άρρωστος, και προσθέτει: Ο σεβάσμιος γέροντας, άνκαι ήσαν τρομερά πρησμένα τα πόδια του, είχε επιμείνει να μεταφερθεί εκεί [= στο μέγα συνοδικό της Αρχιεπισκοπής] από τον επίσκοπο Πάφου και πέντε ή έξι άλλα πρόσωπα, για να με συναντήσει. Τρυφερά τον επέπληξα για τον κόπο στον οποίο υπεβλήθη για χάρη μου.. . Μου διηγήθηκε τα τρομερά βάσανα που είχε υποστεί τον περασμένο χρόνο στα χέρια των Τούρκων επαναστατών [ = εννοεί προφανώς την εξέγερση του 1804]. Ο Αλή Μπεη ονομάζει επίσης τον αρχιεπίσκοπο αληθινό πρίγκηπα της Κύπρου, και ανεξάρτητο πατριάρχη, ανώτατο πνευματικό και κοσμικό αρχηγό των Ελλήνων του νησιού.


Ωστόσο η μερίδα των Χριστιανών της Κύπρου της οποίας την ηγεσία είχε ο Κυπριανός, δεν έβλεπε με καλό μάτι το γεγονός ότι στους επισκοπικούς θρόνους Πάφου και Κιτίου βρίσκονταν δυο ανεψιοί του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, αντιστοίχως οι Χρύσανθος Β' (1805-1821, ο εθνομάρτυρας επίσκοπος Πάφου που εκτελέστηκε μαζί με τον Κυπριανόν στις 9 Ιουλίου 1821) και Χρύσανθος ο από Ταμασέων (ή Χρύσανθος Α' στον κατάλογο των επισκόπων Κιτίου, 1797-1810). Οι υποστηρικτές του Κυπριανού διέδιδαν, ασφαλώς όχι εν αγνοία του, ότι ήταν απαράδεκτο να κυβερνάται η Κυπριακή Εκκλησία από μόνη την οικογένεια του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου. Πέρα όμως από τις διαδόσεις, η παράταξη του Κυπριανού, προχώρησε και σε ενέργειες καθόλα απαράδεκτες κατά του υπέργηρου και άρρωστου αρχιεπισκόπου που είχε ήδη προσφέρει κατά τη διάρκεια της μακράς αρχιεπισκοπείας του σημαντικές υπηρεσίες: με διάφορες παραστάσεις και με διάφορους τρόπους που πιθανώτατα περιελάμβαναν και εξαγορασμούς, οι άνθρωποι του Κυπριανού - πιθανώς και με προσωπική συμμετοχή του ιδίου - κατόρθωσαν να πείσουν τις οθωμανικές αρχές να εκδώσουν αυτοκρατορικό διάταγμα για εξορία του ανυπεράσπιστου αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και του ανεψιού του, επισκόπου Κιτίου Χρυσάνθου. Πράγματι, ο γέρος και άρρωστος αρχιεπίσκοπος οδηγήθηκε, τον Ιούνιο 1810, στο δρόμο της εξορίας για να πεθάνει λίγο αργότερα στην Εύβοια. 'Οπως σημειώνει ο Λοΐζος Φιλίππου, η ενέργεια πρός εξορίαν τού γηραιού αρχιεπισκόπου αποτελεί στίγμα ανεξάλειπτον εις βάρος εκείνων, οι οποίοι επρωτοστάτησαν εις τοιαύτην επαίσχυντον πράξιν. Ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος.. . ευρισκόμενος εις τό χείλος τού τάφου, έπρεπε νά είναι τό αντικείμενον υπερτάτου σεβασμού καί επ’ ουδενί λόγω ήτο επιτετραμμένον, πάσχων καί ασθενής καί υπέργηρως, να σταλή υπερόριος, εις τήν Εύβοιαν.. .

Η ευθύνη του Κυπριανού στο θέμα της εξορίας του Χρυσάνθου αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι σχεδόν ταυτόχρονα με το αυτοκρατορικό διάταγμα εξορίας του δευτέρου έφθασαν στην Κύπρο και τα σχετικά σουλτανικά έγγραφα με τα οποία ο Κυπριανός διορίζετο νέος αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Στη θέση του επίσης εξόριστου επισκόπου Κιτίου Χρυσάνθου διορίστηκε ο αρχιμανδρίτης Μελέτιος (ως επίσκοπος Κιτίου, Μελέτιος Β'(επρόκειτο για τον επίσης εθνομάρτυρα επίσκοπο που και αυτός εκτελέστηκε μαζί με τον Κυπριανό στις 9 Ιουλίου 1821).

Προέκυψε, ωστόσο σοβαρό θέμα εις βάρος τόσο του επιβληθέντος Κυπριανού όσο και του Μελετίου, ως προς το ζήτημα της χειροτονίας τους, που δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί εφόσον οι προκάτοχοί τους, άνκαι εστάλησαν στην εξορία, ωστόσο βρίσκονταν ακόμη στη ζωή και δεν είχαν καθαιρεθεί ούτε και υποβάλει παραίτηση και συνεπώς οι θρόνοι τους δεν ήσαν κενοί. Το πρόβλημα επεσήμανε ο αρχιεπίσκοπος Σιναίου Κωνστάντιος, που έτυχε να βρίσκεται τότε στη Λάρνακα κι είχε προσκληθεί να χειροτονήσει το νέο αρχιεπίσκοπο Κυπριανόν και τον Κιτίου Μελέτιον. Επενέβη τότε το Οικουμενικό πατριαρχείο, που με δυο επιστολές του - που κρίνονται ως αντικανονικές - διέτασσε τη χειροτονία του Κυπριανού και του Μελετίου. Απειλήθηκε τότε σοβαρή εκκλησιαστική κρίση. Ωστόσο την 1η Οκτωβρίου 1810 ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος πέθανε στην εξορία του, οπότε το κώλυμα της χειροτονίας του Κυπριανού ξεπεράστηκε. Η χειροτονία του ως νέου αρχιεπισκόπου Κύπρου έγινε στις 30 Οκτωβρίου 1810. Στις 3 Νοεμβρίου του ιδίου χρόνου έγινε και η χειροτονία του Κιτίου Μελετίου, όμως χωρίς τη συμμετοχή του αρχιεπισκόπου Κωνσταντίνου, που θεώρησε τη δεύτερη αυτή χειροτονία ως αντικανονική.

Μετά λοιπόν από όλα όσα είχε περάσει, ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος έμελλε να πεθάνει εξόριστος, επειδή ο Κυπριανός (τον οποίο ο Χρύσανθος είχε ευεργετήσει παίρνοντάς τον βοηθό του στην Αρχιεπισκοπή) βιαζόταν να τον διαδεχθεί. Εκτός των σκληρών αγώνων του και άλλης σημαντικής προσφοράς, ο Χρύσανθος είχε προσπαθήσει να προωθήση και την ελληνική εκπαίδευση στην Κύπρο. Ιδίως το 1808 ίδρυσε στη Λευκωσία το Ελληνομουσείον, που στεγάστηκε σε ένα σπίτι το οποίο προσέφερε ένας ιερομόναχος Ιωαννίκιος. Επίσης ο δραγομάνος Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος έκανε μια δωρεά από 10. 000 γρόσια για τις ανάγκες του σχολείου αυτού.

Εξάλλου με δαπάνες του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου εξεδόθησαν διάφορα βιβλία:
Η ακολουθία του αγίου Ηρακλειδίου (με επιμέλεια του ιερομονάχου Παρθενίου, Βενετία, 1774), η Ακολουθία του αγίου Μνάσωνος (με επιμέλεια του ιερομονάχου Παρθενίου, Βενετία, 1774), η Ακολουθία του αγίου Νεοφύτου (με επιμέλεια του αρχιμανδρίτη Κυπριανού, Βενετία, 1778), αι Ακολουθίαι των αγίων Αναστασίου, Χαρίτωνος, Αυξεντίου, Κενδέου, του ευαγγελιστού Λουκά, του αγίου Δημητριανού Κυθείρων και του μάρτυρος Κωνσταντίνου (με επιμέλεια του αρχιμανδρίτη Κυπριανού, Βενετία, 1779(στο βιβλίο αυτό προτάσσεται και κείμενο/πρόλογος του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου), η Ακολουθία του αγίου Κασσιανού (με επιμέλεια του αρχιδιακόνου Ιωαννικίου και δαπάνη του πρωτοπαπά Χριστοδούλου, Βενετία, 1787 και η Ακολουθία του αγίου ιερομάρτυρος Θεράποντος (Βενετία, 1801). Και τα 6 αυτά βιβλία εξεδόθησαν από το γνωστό τυπογραφείο του Νικολάου Γλυκύ του εξ Ιωαννίνων στη Βενετία.

Στον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθον αφιέρωσε ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός το σημαντικό έργο του Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου, που επίσης εξεδόθη από το τυπογραφείο του Νικολάου Γλυκύ στη Βενετία, επί ημερών του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου (1788). Ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος αναγράφεται, μάλιστα, πρώτος στον κατάλογο των συνδρομητών για το έργο αυτό.

Ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είχε, οπωσδήποτε πολλές ηγετικές ικανότητες που τονίστηκαν και από τους ιδίους τους Κυπρίους, σε έγγραφό τους προς τον οικουμενικό πατριάρχη Ιερεμίαν Δ' (1809-1813) το 1810, λίγο μετά την άνοδο του Κυπριανού στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Στο έγγραφο εκείνο ο νέος αρχιεπίσκοπος χαρακτηριζόταν ως κατά τόν ανωτάτω βαθμόν άξιος, καθ’ ά γνωστικός, σώφρων, άγρυπνος, ενάρετος παντοίως, όλως Χριστιανός, αμέτοχος, άμεμπτος, απέχων και μάλιστα ως δουλεύσας τή πατρίδι διά τοσούτων χρόνων καί ευρεθείς πρόμαχος εις πάσαν περίστασιν καί ανάγκην(καί τέλος, λύχνος ών ετέθη πρεπόντως επί τήν λυχνίαν καί λάμψει πάσι τοίς εν τή οικία ευαρέστως.. . Κώδιξ Α' Αρχιεπισκοπής, σ. 157, πρβλ. και Κ. Δελικάνης, 'Εγγραφα Πατριαρχικών Εκκλησιών, σσ. 602-604).

Φυσικά, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι πιο πάνω θετικές για τον Κυπριανόν κρίσεις είχαν διατυπωθεί από τους φίλους και υποστηρικτές του στην Κύπρο, μάλιστα δε σε μια στιγμή κατά την οποία εζητείτο η υποστήριξη και του Οικουμενικού πατριαρχείου προκειμένου να κρατηθεί ο νέος αρχιεπίσκοπος στο θρόνο στον οποίο αναρριχήθηκε ανέντιμα. Αλλά και ο αρχιεπίσκοπος Σιναίου Κωνστάντιος που, όπως είδαμε, χειροτόνησε τον Κυπριανόν, θεώρησε ότι μόνος αυτός, επειδή γνωρίζει πάντας, έχει τήν δύναμιν νά προστατεύση τήν πατρίδα από τοιαύτας σφοδράς καί αλγεινάς περιστάσεις, καί νά τήν στηρίξη εναντίον τής τοιαύτης ραγδαιότητος τών αλλεπαλλήλων καταιγίδων, καί νά κατευνάση τήν πικράν τών πραγμάτων ταραχήν καί ζάλην, ως πράγματι εχέφρων καί πολύπειρος κυβερνήτης.. .

Αντίθετα, ιδιαίτερα αρνητικές για τον Κυπριανόν είναι οι κρίσεις ξένων επισκεπτών που τον είχαν γνωρίσει όταν βρέθηκαν στην Κύπρο. Σκληρή γλώσσα προκειμένου να τον χαρακτηρίσει, είχε χρησιμοποιήσει ο 'Αγγλος John Mcdonald Kinneir, που επεσκέφθη την Κύπρο τον Ιανουάριο 1814. Ο Kinneir, που γνώρισε τον Κυπριανό στη Λευκωσία, τον θεωρεί ως εκμεταλλευτή του λαού, γράφοντας μεταξύ άλλων ότι ο [Τούρκος] κυβερνήτης καί ο αρχιεπίσκοπος ασχολούνται μέ τήν εμπορία τών σιτηρών περισσότερο από κάθε άλλο κάτοικο τού νησιού(συνήθως παίρνουν όλη τήν παραγωγή σέ τιμές πού καθορίζουν οι ίδιοι καί κατόπιν είτε τήν εξάγουν είτε τήν πωλούν σέ υψηλές τιμές(τούτο συνέβη περισσότερο από μιά φορά κατά τή διάρκεια τού Ισπανικού πολέμου, οπότε ολόκληρη η παραγωγή σιταριού αγοράστηκε.. . κι εξήχθη χωρίς νά μείνει τεμάχιον άρτου γιά τίς κατώτερες τάξεις [του λαού]. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι ο Κυπριανός ζούσε με πολυτέλεια στην Αρχιεπισκοπή όπου ο Kinneir φιλοξενήθηκε και γεύθηκε θαυμάσιο κρασί και άρτον ζυμωμένον μέ γάλα που προσεφέρθη στο δείπνο και ήταν ο ωραιότερος πού εγεύθη στή ζωή του.

Εξάλλου ο 'Αγγλος William Turner, που γνώρισε την Κύπρο το 1815, χαρακτηρίζει τον τότε αρχιεπίσκοπο - δηλαδή τον Κυπριανόν - ως πλεονέκτη τύραννο, γράφοντας μεταξύ των λοιπών εντυπώσεών του και τα εξής:.. . Η Κύπρος ονομαστικά τελεί υπό τήν εξουσία ενός μπέη πού διορίζεται από τόν Καπουδάν πασά, στήν ουσία όμως κυβερνάται από τόν αρχιεπίσκοπο καί τόν υποτελή σ' αυτόν κλήρο. Τα αποτελέσματα τής διοίκησής τους είναι ορατά παντού σ' όλο τό νησί, γιατί ο 'Ελληνας άν καί σπάνια αποκτά δύναμη όταν τήν αποκτήσει μεθά απ’ αυτήν καί από αξιοκατάκριτος συκοφάντης μεταβάλλεται σέ πλεονέκτη τύραννο.. .

Ο Κυπριανός, λοιπόν, είχε τόσην ισχύ ώστε ουσιαστικά δικτατόρευε στην Κύπρο, ενώ, κατά τον Kinneir, ασχολείτο μονοπωλιακά και με το εμπόριο σιτηρών, εκμεταλλευόμενος σκληρότατα το φτωχό λαό του. Το εισόδημα του αρχιεπισκόπου ήταν 40. 000 δολλάρια το 1814, κατά τον Henry Light που είχε επισκεφθεί την Κύπρο. Φαίνεται, ακόμη, ότι οι σχέσεις του Κυπριανού με το διάδοχο του Κορνεσίου δραγομάνο δεν ήσαν αρμονικές. Ο Kinneir γράφει ότι είχε συναντήσει και το δραγομάνο στη Λευκωσία, ο δε δραγομάνος στη συνομιλία με τον επισκέπτη του, χαρακτήρισε τον Κυπριανόν ως πλεονέκτην καί φιλόδοξον, με τάση να αναμιγνύεται σε όλα, ακόμη και εκεί όπου δεν είχε αρμοδιότητα, εννοώντας προφανώς επεμβάσεις του αρχιεπισκόπου σε θέματα που έπρεπε να χειρίζεται ο δραγομάνος - βασικά σε θέμετα φορολογίας και είσπραξης των φόρων.

Οι πιο πάνω μαρτυρίες των ξένων επισκεπτών, μαζί με τις μαρτυρίες περί του τρόπου αναρριχήσεως του Κυπριανού στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, δίνουν μια εικόνα κάθε άλλο παρά κολακευτική για τον ιεράρχη αυτόν και εθνομάρτυρα. Επίσης, η αμφιλεγόμενη στάση του έναντι στην Ελληνική επανάσταση του 1821, και κάποιες εγκύκλιοί του τότε, πλήρεις δουλικότητας προς τους Τούρκους (περί των οποίων γίνεται λόγος αργότερα, πιο κάτω) θολώνουν ακόμη περισσότερο την όλη εικόνα του Κυπριανού που, εν πάση περιπτώσει, εξακολουθεί να φωτίζεται από το φωτοστέφανο του εθνομάρτυρα.

Είναι όμως άδικο το να μην παραδεχθούμε ότι ο Κυπριανός κατέλιπε και αξιόλογο έργο. Και μόνον η ίδρυση σημαντικού εκπαιδευτηρίου στη Λευκωσία, υπήρξε πράξη μεγάλης σημασίας.


Είδαμε ότι το χρέος της Αρχιεπισκοπής ήταν τεράστιο όταν ο Κυπριανός ανήλθε στο θρόνο. Επί πλέον παρουσιάστηκαν τότε και αρκετοί άλλοι δανειστές, μεταξύ των οποίων και Τούρκοι, που απαιτούσαν άλλα υπέρογκα ποσά, έτσι που το χρέος συνολικά ανήλθε στα 3. 300. 000 γρόσια περίπου! Ο Κυπριανός άρχισε, πάντως, να πληρώνει διάφορα ποσά έναντι του τεράστιου αυτού χρέους. Ωστόσο, παρά το δυσβάστακτο αυτό χρέος, άρχισε επίσης να δαπανά διάφορα ποσά για την επιτέλεση έργων.


'Ηδη από την αρχή της σταδιοδρομίας του ως αρχιεπίσκοπος, ίδρυσε την Ελληνικήν Σχολήν της Λευκωσίας, την οποία κι έκτισε κατά το 1810-11 σε μπαξέν στ’ ανατολικά του κτιρίου της Αρχιεπισκοπής. Πρόκειται για τη Σχολή που εξελίχθηκε αργότερα στο Παγκύπριον Γυμνάσιον.

Το 1813 δώρισε στο μοναστήρι του Μαχαιρά το τσιφλίκι στην Τύμπου, το οποίον είχε αγοράσει έναντι 16. 000 γροσίων από τον Δημήτριο Παυλίδη. Τον ίδιο χρόνο δώρισε στον Μαχαιρά και 15 δούλους (!) προς ενίσχυση των άλλων 60 δούλων του μοναστηριού (Κώδικας Α' της Αρχιεπισκοπής, σσ. 181-183), που απασχολούνταν σε χειρωνακτικές εργασίες. Την παραχώρηση των δούλων χαρακτήρισε ο ίδιος ωσάν μίαν ευτελή προσφοράν πρός τήν υπέραγνον Δέσποιναν. Δεν είναι σαφές, ως προς το ποιοι ήσαν αυτοί οι δούλοι, που πάντως πρέπει να ξεχωρίζονται από τους ασθενείς που διέμεναν στα μοναστήρια τότε και ελέγοντο σκλάβοι, όπως εξηγήθηκε πιο πριν (σελ. 50 του παρόντος τόμου). Εάν για τον Κυπριανόν, η δωρεά 15 ανθρώπων ως δούλων ήταν απλώς μια ευτελής προσφορά προς την Παναγίαν, τούτο φανερώνει μια νοοτροπία και αντίληψη τουλάχιστον όχι χριστιανική. Σε σχετική καταχώρηση στον Κώδικα Α' της Αρχιεπισκοπής (σσ. 181-183) με τίτλο Γράμμα καθοριστικόν των δούλων της Μονής Μαχαιρά έως εβδομήκοντα πέντε, κατά το 1813, δίνεται η δικαιολογία ότι οι 75 δούλοι του μοναστηριού θα ανακούφιζαν τους πατέρες που θα απαλλάσσονταν από τις χειρωνακτικές εργασίες ώστε να αφιερώνουν το χρόνο τους στην προσευχή !

Κατά τη διάρκεια της αρχιεπισκοπείας του ο Κυπριανός έκαμε και διάφορα άλλα έργα, ευεργετώντας όμως κυρίως τις κοινότητες και τα ιδρύματα που είχαν προσωπική σχέση με τον ίδιο, όπως την κοινότητα Στροβόλου, το μοναστήρι του Μαχαιρά κλπ. Πέραν τούτων, ενδιαφέρθηκε και ενίσχυσε την προσπάθεια για ίδρυση Ελληνικής Σχολής και στη Λεμεσό (αναλαμβάνοντας και την υποχρέωση να συνεισφέρει κατ’ έτος 500 γρόσια πρός αρωγήν καί στηριγμόν τής Σχολής ταύτης), ενδιαφέρθηκε και για μερικά άλλα μοναστήρια όπως του Αγίου Νεοφύτου και του Αποστόλου Βαρνάβα (στο δεύτερο μοναστήρι αφιέρωσε με ιδιόχειρα σημειώματα και υπογραφές την 1η Φεβρουαρίου 1816 πέντε εκκλησιαστικά βιβλία) και μερίμνησε και για " πληγές " που μάστιζαν τον τόπο, όπως οι φοβερές και καταστροφικές επιδρομές των ακρίδων.

Ιδιαίτερα για τις ακρίδες, ο Κυπριανός προσπάθησε να εξαλείψει -κυκλοφορώντας και σχετική εγκύκλιο - την επικρατούσα μεταξύ του λαού απατηλήν καί γελοιώδη πρόληψιν ότι είναι υπεράνθρωπον έργον ο όλεθρος καί αφανισμός τής ακρίδος. Καυτηρίασε την αμέλειαν τών προγενεστέρων αρχιερέων στο θέμα των ακρίδων, που εστάθη αιτία νά γένη η πατρίς τό κέντρον τής δυστυχίας, διότι η ακρίς εξήπλωσεν εις όλην τήν Νήσον ενώ επερίμεναν οι πρό ημών νά αφανισθή η ακρίς μόνη της, ή κανένας σφοδρός άνεμος νά τήν αφανίση, ή καμμία θάλασσα καί χείμαρρος νά τήν καταπνίξη, χωρίς νά σαλεύωσι παντελώς κάκείνοι τόν πόδα τους.. .

Κηρύττοντας την ανάγκη καταπολέμησης της ακρίδας, ταυτόχρονα ο Κυπριανός έδωσε εντολή να κατασκευαστούν από την Αρχιεπισκοπή δεκάδες εικόνες του αγίου Τρύφωνος, του προστάτη της γεωργίας, τις οποίες δώριζε σε εκκλησίες κοινοτήτων που περισσότερο επλήττοντο από τα καταστροφικά έντομα. Σήμερα, σε όλη την Κύπρο, σώζονται πέραν των 100 τέτοιων εικόνων του αγίου Τρύφωνος που φέρουν οι περισσότερες στο κάτω μέρος τους και κείμενο 6-7 γραμμών που αποτελεί σχετικό εξορκισμό. Οι εικόνες αυτές φέρουν επίσης ένδειξη ότι είχαν κατασκευασθεί επί αρχιεπισκόπου Κυπριανού, και χρονολογία 1820 και 1821.

Μεταξύ των εγκυκλίων που εξέδωσε ο Κυπριανός και που σώζονται, περιλαμβάνεται και μια του 1815, που αποτελεί αφοριστήριον γράμμαν εναντίον των φραμμασόνων. Σ’ αυτό περικλείονται σκληροί αφορισμοί του κατά των Μασώνων, τους οποίους ονομάζει, μεταξύ άλλων, σκεύη κατηρτισμένα τού Σατανά, λαοπλάνους, εργάτας του Διαβόλου, σπερμολόγους κακών, κήρυκας πάσης κακίας κ. α.

'Οπως και οι λοιποί αρχιεπίσκοποι της Οθωμανικής κατοχής, έτσι και ο Κυπριανός ήταν υπεύθυνος έναντι των οθωμανικών αρχών για την είσπραξη των φόρων, που έπρεπε να μαζευθούν από ανθρώπους πάμπτωχους. Το 1812, διατάσσοντας ο Κυπριανός με έγγραφό του τους Χριστιανούς του κατηλλικίου (=διαμερίσματος) Λεύκας να πληρώσουν αμέσως τους φόρους τους, παραδέχεται: …τό οποίον ότι είναι υπέρ δύναμιν τών πτωχών τό εξεύρομεν.. . Σημειώνει όμως πώς άν γένη αμέλεια, αν δεν πληρωθούν δηλαδή έγκαιρα οι φόροι, τότε στέλλονται απάνω σας πλήθος ιστιζάληδων σκληρών, οι οποίοι ως αστροπελέκια θέλουν σάς καταδυναστεύσει παντοιοτρόπως, καί θέλουν σάς ζημιόννη.. . καί λοιπόν νά έχετε τήν ευχήν μας, επιμελείσθε εις τήν πληρωμήν τών δοσιμάτων σας.. .

Εξάλλου σε άλλο σχετικό έγγραφό του, ημερομηνίας 4 Οκτωβρίου 1820, προς τους Χριστιανούς του κατηλλικίου της Μεσαορίας, ο Κυπριανός απειλεί να επιβάλει βάρος αλύτου αφορισμού σε όσους θα αποφύγουν να δηλώσουν τα πραγματικά εισοδήματά τους, για σκοπούς φορολογίας, ανακοινώνει δε και μακρά σειρά μέτρων που είχε πάρει ώστε η φορολογία να είναι τέτοια που κανένας να μην πληρώνει μήτε υπέρ δύναμιν, μήτε παρά δύναμιν.

ΠΗΓΗ: www.schools.ac.cy/klimakio/Themata/Epikaira/1821/viografies/Kypros%20kai%20elliniki%20epanastasi.doc


karatzaferis Για αποστολή μηνύματος
ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΦΙΛΩΝ Γ.ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ
1611 μέρες πριν 02.01.2008 23:45:04 Παράθεση('1066678','700664','6','812')">Έκθεση spam

Ενδυναμωνεται αρκει να διαφυλαξουν οι ιεραρχες την εικονα της εκκλησιας απο τα φαινομενα της διαθορας της χλιδης και της επαρσης!Υπαρχουν πραγματικα φωτισμενοι ανθρωποι που πρεπει να ειναι στην πρωτη γραμμη!


---
κοινοτητα φιλων Γ.Καρατζαφερη
Όνομα Κωδικός
προχωρημένο... ( / Εγγραφή )

Θέμα

Στο κείμενο μπορείτε να χρησιμοποιείτε Wiki ή HTML tags.



Ποιοί είναι εδώ;
Ανώνυμοι: 5, Εγγεγραμμένοι: 0 (?)
Κατάχρηση | Φιλοξενείται από LivePage | | © Kolobok smiles, Aiwan